European Research Council

Χάνεσαι εύκολα; Εκπαίδευσε την εσωτερική σου «πυξίδα»

Παρόλο το αίσθημα ανωτερότητάς μας, οι ανθρώπινες αισθήσεις δεν είναι και οι πιο εξελιγμένες στο ζωικό βασίλειο. Οι σκύλοι μπορούν να ακούσουν ήχους σε συχνότητες αρκετά εκτός του δικού μας εύρους. Τα δελφίνια χρησιμοποιούν τον ηχοεντοπισμό σαν μια απλή και αποτελεσματική συσκευή SatNav.

Θα μπορούσαν λοιπόν οι άνθρωποι να αποκτήσουν νέες αισθήσεις; Ναι, λέει ο Kevin O’Regan, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Ντεκάρτ του Παρισιού με χρηματοδότηση από το ΕΣΕ. Προτεραιότητά του είναι ο μικροσυντονισμός του εσωτερικού μας συστήματος GPS έτσι ώστε η εύρεση του Μαγνητικού Βορρά να γίνει δεύτερη φύση μας.

Αυτή η ερευνητική γραμμή κάποτε θεωρούνταν απάτη, αλλά τα τελευταία χρόνια προσελκύει το ενδιαφέρον. Πριν από πέντε χρόνια, επιστήμονες στις ΗΠΑ εντόπισαν νευρώνες στο έσω ους των περιστεριών οι οποίοι αντιδρούν στη διεύθυνση και την ένταση των μαγνητικών πεδίων. Έπειτα μια ομάδα στο ΗΒ ανέφερε ότι και οι άνθρωποι έχουν ένα ενσωματωμένο εργαλείο εύρεσης της οδού επιστροφής στο σπίτι -απλά δεν είμαστε τόσο ικανοί στη χρήση του όσο τα περιστέρια.

 

 

Αυτή τη στιγμή η ομάδα του O’Regan έχει εκπαιδεύσει δώδεκα άτομα να αποκτήσουν μια αίσθηση του Μαγνητικού Βορρά στο σύστημα αντίληψής τους.

Η ομάδα έλαβε ακουστικά ενισχυμένα με πυξίδα. Όταν γύριζαν βόρεια, ακουγόταν ο ευχάριστος ήχος ενός καταρράκτη, ενώ όταν απομακρύνονταν, ο ήχος γινόταν πιο απόμακρος. Μετά από λίγες ώρες τέτοιων στροφών και χρήσης των ακουστικών, τα υποκείμενα έμαθαν να συνδέουν το Μαγνητικό Βορρά με τον καταρράκτη. Και ιδού η έκπληξη: Σύντομα είχαν τόσο καλή αίσθηση της διεύθυνσης που ακόμα και χωρίς τα ακουστικά μπορούσαν να εντοπίσουν το Βορρά με ακρίβεια. Ή όπως το θέτει ο O’Regan: «Καταφέραμε να ενσωματώσουμε με επιτυχία το Μαγνητικό Βορρά στο αιθουσαίο σύστημα (μέσο ους) δίνοντας στους ανθρώπους μια ακριβή αίσθηση της θέσης τους στο χώρο». 

Ακριβώς για να αποδείξουν αυτό τον ισχυρισμό, οι ερευνητές έπειτα επαναβαθμονόμησαν τον εξοπλισμό. «Τους ξεγελάσαμε αλλάζοντας τη διεύθυνση του Βορρά. Έπειτα όταν βγάλαμε τα ακουστικά μετά από μόλις 30 λεπτά επιπλέον εκπαίδευση, η αίσθηση του Βορρά που είχαν ήταν σε πλήρη σύγχυση», ανέφερε.

 

Ο Βορράς...δονείται!

Οι εταιρείες έχουν ήδη περάσει στην πράξη. Η Cyborg Nest πουλά το προϊόν North Sense. Μπορεί να εφαρμοστεί στο δέρμα και δονείται ελαφρά όταν ο χρήστης αντικρίζει το Βορρά. Οι ανταγωνιστές περιλαμβάνουν φορέσιμα βραχιόλια ποδιού που εκπέμπουν ένα βόμβο όταν κοιτούν βόρεια, μαζί με πλήθος εφαρμογές για smartphone που προσφέρουν λιγότερο επεμβατικούς τρόπους για να βρει κανείς το δρόμο του προς το σπίτι.

Και δεν ήταν μόνο η πυξίδα. Ο O’Regan πιστεύει ότι θα μπορούσαμε ενδεχομένως να προσθέσουμε την υπέρυθρη όραση και την ηλεκτρομαγνητική αντίληψη στο σύνολο των αισθήσεων που έχουν «προφορτωθεί» στο κεφάλι μας. Αυτό, ισχυρίζεται, θα ήταν «ένα πρώτο βήμα προς την ανάπτυξη κυβερνο-οργανισμών (cyborg)».

Και αυτό ανοίγει ορισμένα ενδιαφέροντα φιλοσοφικά ερωτήματα σχετικά με τη διαφορά ανθρώπων και ρομπότ. Εξάλλου, ο O’Regan εργάζεται στο πανεπιστήμιο που φέρει το όνομα του ανθρώπου που έγραψε: «Σκέφτομαι άρα υπάρχω». Γι’αυτό, αν σας αρέσουν οι διαλογισμοί, διαβάστε τη συνέχεια.

Ο O’Regan ξεκινά με μια απλή ερώτηση: Τι είναι αυτό που έχει ένα κόκκινο χρωματικό σημείο και μας κάνει να αισθανόμαστε το «κόκκινο»; Είναι ο τρόπος με τον οποίο τα κόκκινα σημεία διεγείρουν τα ραβδία και τα κωνία στον αμφιβληστροειδή μας χιτώνα; Ναι, αλλά γιατί αυτό το συγκεκριμένο μοτίβο; Είναι ο τρόπος με τον οποίο τα νεύρα μεταφέρουν τα σήματα στον εγκέφαλο; Ναι, αλλά τι έχουν αυτά τα σήματα που σημαίνει «κόκκινο»; Είναι ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα αζώτου στις συνάψεις στα εγκεφαλικά κύτταρα αντιδρούν στα σήματα από τον αμφιβληστροειδή χιτώνα; Ναι, αλλά τι έχουν αυτά τα άτομα αζώτου που έχει σχέση με αυτό που εννοούμε λέγοντας «κόκκινο»;

Όσο πιο πολύ το σκεφτόμαστε, τόσο πιο δύσκολο είναι να πούμε γιατί αισθανόμαστε κόκκινα τα κόκκινα πράγματα. Κατά τον O’Regan, υπάρχει «μια ατελείωτη σειρά ερωτήσεων προς τα πίσω» που δεν οδηγούν πουθενά. «Δεν υπάρχει τρόπος να συνδεθεί η φυσική και η εμπειρία».

Πώς θα κάνουμε ένα ρομπότ να βλέπει το κόκκινο

Ακολουθεί λοιπόν διαφορετική προσέγγιση. Ορίζει την ερυθρότητα ως απλώς μια λέξη που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε πώς ορισμένα συστήματα αντιδρούν με το περιβάλλον –σε αυτή την περίπτωση, το μοναδικό μοτίβο του πώς αλληλεπιδρούμε με το φως που αντανακλάται από ένα «κόκκινο» αντικείμενο. Αυτό το μοτίβο μπορεί να περιγραφεί μαθηματικά. Και αν μπορεί κανείς να το κάνει αυτό, τότε μπορεί να προγραμματίσει έτσι ένα ρομπότ το ίδιο εύκολα με το να διδάξει σε ένα παιδί τη λέξη «κόκκινο». Το ρομπότ θα έβλεπε το κόκκινο, όπως έχει οριστεί με αυτό τον ακριβή τρόπο.  

Ομοίως, μπορεί να διδάξει κανείς σε ένα ρομπότ να μυρίζει λουλούδια ή να αισθάνεται το χώρο γύρω του. Στο βαθμό που το ρομπότ αντιδρά σωστά στο περιβάλλον του, αισθάνεται. Το μόνο πράγμα που λείπει είναι η συνείδηση του ότι αισθάνεται -αλλά και αυτό μπορεί να προγραμματιστεί.

Η επιχορήγηση του ΕΣΕ επιτρέπει στον O’Regan να διερευνήσει αυτό που ονομάζει «αισθητικοκινητική θεωρία της αίσθησης» (sensorimotor theory of sensation) την οποία άρχισε να μελετά πάνω από 15 χρόνια πριν. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η εικόνα που έχουμε για τον κόσμο προκύπτει από το πώς αλληλεπιδρούμε με αυτόν και υπακούει σε μια σειρά από νόμους γνωστούς ως «αισθητικοκινητικές αλληλεπιδράσεις» (sensorimotor contingencies).

«Οι περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν κάτι στον εγκέφαλο που δημιουργεί συνείδηση», υποστηρίζει ο O’Regan. «Ίσως αναζητούμε παρηγοριά στην ιδέα ότι τα ρομπότ δεν θα μπορούσαν ποτέ να αισθανθούν όπως αισθανόμαστε εμείς».

Ο ίδιος πιστεύει ότι αυτό είναι χάσιμο χρόνου: οι άνθρωποι δεν έχουν τίποτα αρκετά ξεχωριστό που να καθιστά αδύνατη την πιθανότητα να υπάρχουν ενσυνείδητα ρομπότ. Αντίθετα, θα πρέπει να εστιάσουμε στο να κατανοήσουμε πώς βιώνουμε πραγματικά τον κόσμο ώστε να μπορέσουμε να ενισχύσουμε την ικανότητά μας να αισθανόμαστε.  

Κατά τον O’Regan, τα ρομπότ σύντομα θα κατακτήσουν την ανθρώπινη ευφυΐα και θα μπορούν να αντιλαμβάνονται τον κόσμο ακριβώς όπως και εμείς. «Αν μπορούμε να εξηγήσουμε το αισθάνομαι –ως έναν τρόπο αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον– μπορούμε να εξηγήσουμε τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων των συναισθημάτων», ισχυρίζεται. «Θα έχουν κάποτε τα ρομπότ συναισθήματα; Ναι, αναμένεται τα επόμενα 20 χρόνια».

Πώς αισθάνεται το χέρι;

Μια νέα σειρά ρομποτικών χεριών μπορεί να αισθανθεί αυτό που πιάνει – και να μεταχειριστεί τα πράγματα όπως πρέπει

Τα ρομπότ είναι φοβερά στην κατασκευή αυτοκινήτων στις εργοστασιακές γραμμές συναρμολόγησης. Τι γίνεται όμως με τη συλλογή σταφυλιών ή τη συσκευασία αυγών;

Τέτοιες εργασίες –που κάποτε θεωρούνταν υπερβολικά λεπτές και σύνθετες για τις μηχανές– θα απαιτούσαν βιονικό χέρι που όχι μόνο μπορεί να πιάσει πράγματα μηχανικά, αλλά και να τα αισθανθεί και να αντιδράσει κατάλληλα. Το ανθρώπινο χέρι είναι εντυπωσιακό: έχει 27 βαθμούς ελευθερίας, δηλαδή οι αρθρώσεις του μπορούν να κινηθούν με συνολικά 27 διαφορετικούς τρόπους (μετρήστε τους κι εσείς). Είναι ευαίσθητο στην πίεση, τη θερμοκρασία και τη ροή αέρα στις επιφάνειές του.

Φυσικά, ο σχεδιασμός ρομποτικών χεριών διανύει ήδη μακρά πορεία. Οι βαριές βιομηχανίες χρησιμοποιούν στη ρουτίνα τους μηχανήματα που μπορούν να κρατήσουν κάτι σφικτά, ενώ Αμερικανοί ερευνητές έχουν σχεδιάσει συσκευές που μιμούνται κάθε οστό και μυ του ανθρώπινου χεριού. Ωστόσο, «καθένα από αυτά έχει και τους δικούς του περιορισμούς», αναφέρει ο Antonio Bicchi, καθηγητής ρομποτικής στο Πανεπιστήμιο της Πίζας που έχει λάβει επιχορήγηση από το ERC. «Μερικές μηχανές συγκράτησης έχουν προβλήματα με τους χειρισμούς, ενώ τα πιο εξελιγμένα μηχανήματα μπορεί να είναι εύθραυστα, ακριβά και πολύπλοκα στον προγραμματισμό τους».

 

Έτσι, στηριζόμενη στη νευροεπιστήμη και τις μελέτες ελέγχου των μηχανών, η ομάδα του Bicchi για το πρόγραμμα Softhands ανέλυσε τις ανθρώπινες κινήσεις για να εντοπίσει ποιες από αυτές είναι σημαντικές για το πιάσιμο, το κράτημα και τους χειρισμούς. Ανακάλυψαν ότι αντί της χρήσης ξεχωριστών μηχανών για τον έλεγχο κάθε άρθρωσης δακτύλου, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο μια μηχανή για τον έλεγχο ολόκληρου συνόλου κινήσεων. Με σχετικά απλούς συνδυασμούς, γνωστούς και ως «συνέργειες», μπορούν να επιτευχθούν σύνθετες ενέργειες, όπως το πιάσιμο. Συνέργειες συναντώνται και στα ανθρώπινα χέρια, όπου ομάδες μυών συνεργάζονται για την εκτέλεση σύνθετων εργασιών. 

Η δεύτερη πρόκληση ήταν να δημιουργηθεί ένα χέρι που θα μπορεί να προσαρμόσει το πιάσιμό του ανάλογα με το αν κρατά σφιχτά ένα σφυρί ή αν κρατά απαλά ένα ώριμο ροδάκινο –οι ερευνητές το ονομάζουν «ενεργοποίηση μεταβλητής αντίστασης».

«Τα ανθρώπινα χέρια είναι προσαρμόσιμα», εξηγεί ο Bicchi. «Αλλά δεν ελέγχουμε συνειδητά το σχήμα του χεριού μας στη λεπτομέρεια. Πολύ συχνά αφήνουμε το χέρι να πάρει το δικό του σχήμα βάσει των πληροφοριών από το περιβάλλον το οποίο μεταχειρίζεται. Και πάλι, χρησιμοποιήσαμε τις συνέργειες ως οδηγό και σχεδιάσαμε ένα χέρι παρατηρώντας τους ανθρώπους και μελετώντας τις σύνθετες κινήσεις πίσω από ένα απαλό πιάσιμο».

 

 

 

Λεπτές εργασίες

Το αποτέλεσμα είναι ένα βιονικό χέρι που κινείται με 19 βαθμούς ελευθερίας, ελέγχεται εύκολα και είναι αρκετά στιβαρό για να επιβιώσει στον πραγματικό κόσμο. Το πρόγραμμα SoMa προχώρησε αυτό το έργο με τη συνεργασία της ιταλικής ομάδας με ερευνητές στη Γερμανία και εταίρους από τον κλάδο για τη διερεύνηση πρακτικών εφαρμογών. Ποιοι κλάδοι όμως είναι έτοιμοι να υιοθετήσουν αυτή την τεχνολογία;

Μια εταιρεία που ήθελε να υιοθετήσει τη ρομποτική επανάσταση είναι η Ocado, ένα ηλεκτρονικό σουπερμάρκετ με έδρα το ΗΒ που συνεργάζεται και με τον Bicchi. Οι τεράστιες αποθήκες της διαθέτουν 50.000 είδη και είναι ήδη πολύ αυτοματοποιημένες, με χιλιόμετρα μεταφορικών ταινιών και δεκάδες ρομπότ που περιφέρονται –φέρνουν για παράδειγμα κούτες για τους ανθρώπους που θα πακετάρουν την παραγγελία ενός πελάτη. Για το επόμενο βήμα, να πακετάρουν τις κούτες τα ίδια, τα ρομπότ θα χρειάζονταν χέρια που να μπορούν να αναγνωρίσουν και να μεταχειριστούν αντικείμενα τα οποία μπορεί να μην έχουν πάντα το ίδιο σχήμα. 

«Ο έλεγχος της διαλογής ειδών είναι εξαιρετικά σύνθετος», αναφέρει ο Duncan Russell, συντονιστής έρευνας της Ocado. «Μερικά είδη είναι λεπτά, ενώ άλλα μπορεί να αλλάζουν σχήμα όταν το χέρι αλληλεπιδρά με αυτά. Εκτός από το σχεδιασμό του χεριού, αναζητούμε επίσης πώς η μάθηση των μηχανημάτων μπορεί να αναπτύξει στρατηγικές για τη διαλογή και τη μεταχείριση προϊόντων». Το επόμενο βήμα: δημιουργία ρομποτικών χεριών που μπορούν να πραγματοποιούν και ποιοτικό έλεγχο –απόρριψη πολύ ώριμων πεπονιών και χτυπημένων μήλων. Και το επόμενο βήμα: δημιουργία ρομπότ για βοήθεια των ομάδων συντήρησης. 

Φυσικά, πολλές εταιρείες πειραματίζονται πλέον με αυτές τις τεχνολογίες, η πιο γνωστή εκ των οποίων είναι η Amazon. Άρα είναι θέμα χρόνου να αναλάβουν τα ρομπότ;

Ο Alexandru Voica, επικεφαλής των επικοινωνιών τεχνολογίας στην Ocado, ισχυρίζεται ότι τα σουπερμάρκετ του μέλλοντος θα γίνουν πολύ πιο παραγωγικά, μειώνοντας το κόστος για τους καταναλωτές και μειώνοντας το περιθώριο ανθρώπινου λάθους. Αναμένει ωστόσο το μέλλον να αποτελεί συνεργασία μεταξύ ανθρώπων και ρομπότ παρά πλήρη κυριαρχία των δεύτερων.

«Ο σκοπός μας ήταν ανέκαθεν να ενισχύσουμε την παραγωγικότητα παρά να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε το εργατικό μας δυναμικό», αναφέρει. «Το σκεπτικό είναι τα ρομπότ να δουλεύουν μαζί με τους ανθρώπους. Μπορούν να αναλάβουν εργασίες που είναι ανιαρές ή σωματικά δύσκολες, αποδεσμεύοντας τους ανθρώπους ώστε να εστιάσουν σε πιο ουσιαστικές εργασίες».

Χέρι βοηθείας

Αυτό το είδος έρευνας έχει πολλές εφαρμογές. Τα τεχνητά χέρια γίνονται ολοένα και πιο ζωντανά και πιο επιδέξια –ορισμένα μάλιστα μπορούν ακόμα και να αφαιρούν το κοτσάνι από το κεράσι

Ο Bicchi θέλει να χρησιμοποιήσει το χέρι ως τεχνητό μέλος σε άτομα με ακρωτηριασμένα μέλη. Εδώ όμως προκύπτουν νέα προβλήματα. Το χέρι πρέπει να ελέγχεται με ηλεκτρικά σήματα από τους μύες στο χέρι του ασθενούς. Επιπλέον, πρέπει να παρέχει ανατροφοδότηση, έτσι ώστε οι χρήστες να αισθάνονται σαν να «αγγίζουν» τα αντικείμενα στο περιβάλλον τους. Φυσικά μπορούν να τοποθετηθούν αισθητήρες πίεσης ή θερμοκρασίας στις άκρες των δαχτύλων, αλλά όσο πιο πολλοί αισθητήρες προστίθενται, τόσο πιο σύνθετο και εύθραυστο γίνεται το χέρι. Η απάντηση, κατά τον Bicchi, έγκειται στο να εστιάσουμε στην εργασία που έχουμε, ουσιαστικά, «στο χέρι μας»:

«Για ορισμένες εργασίες, θα μπορούσε να είναι χρήσιμο να έχουμε πληροφορίες για το σχήμα ενός αντικειμένου. Για άλλες, μπορεί να προέχουν οι δονήσεις ή ο αντίκτυπος».

Η λύση: αρκετά γάντια με διαφορετικά σύνολα αισθητήρων –κάποια για τη χρήση εργαλείων, για παράδειγμα, και άλλα για την αλληλεπίδραση με ανθρώπους. «Τα γάντια μας επιτρέπουν να εξατομικεύσουμε το είδος της ανατροφοδότησης που θέλουμε να λαμβάνει ο ασθενής», εξηγεί. «Είναι σαν να είναι τα γάντια εναλλάξιμο δέρμα που εφαρμόζει πάνω στο σκελετό».

Έρχεται σε μια οθόνη κοντά σας: οσφρητική όραση

Πέρα από τον ήχο και την όραση: η τηλεόραση 9D είναι καθ’οδόν

Οι ασπρόμαυρες βωβές ταινίες ήταν επανάσταση για την εποχή τους. Ύστερα ήρθε ο ήχος. Ύστερα το χρώμα. Πλέον το σινεμά 3D είναι παντού, ενώ οι κινηματογράφοι 4DX –πλήρεις με κινούμενα καθίσματα και μηχανήματα εκπομπής αέρα– υπόσχονται να προσφέρουν μια ακόμα πιο ρεαλιστική εμπειρία.

 

Γιατί να σταματήσουμε εδώ όμως; Η Marianna Obrist λέει ότι η τηλεόραση 9D είναι στον ορίζοντα. Αυτό σημαίνει όραση, ακοή, όσφρηση και αφή, συν τις πέντε γεύσεις (γλυκό, ξινό, πικρό, αλμυρό και ουμάμι). Ακριβώς όπως τα soundtrack βοηθούν να υπάρχει αγωνία και να μεταφερθεί το συναίσθημα, τα «smell-track» θα μας εισαγάγουν στις σκηνές των ταινιών με έναν εντελώς νέο τρόπο.

Η ιδέα δεν είναι καινούρια. Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι κινηματογράφοι πειραματίστηκαν με την προσθήκη αρωμάτων που συμπλήρωναν τις ταινίες αλλά αυτό δεν προχώρησε ποτέ.

Επίσης το 1965, η τηλεόραση του BBC αποκάλυψε μια νέα τεχνολογία η οποία θα επέτρεπε στους τηλεθεατές να μυρίζουν φρέσκο καφέ ή ψιλοκομμένα κρεμμύδια -αυτό ήταν το πρωταπριλιάτικο αστείο τους. Πιο πρόσφατα, ερευνητές από την Ιαπωνία έχουν γίνει είδηση χάρη στις πρωτότυπες «οθόνες που μυρίζουν» οι οποίες εκλύουν αέριο ανάλογα με το τι προβάλλεται στην οθόνη –ανοίγοντας νέες δυνατότητες για πιο πειστική διαφήμιση ή για τα μουσειακά εκθέματα.

«Θα ήταν μια πιο διεισδυτική, πολυαισθητηριακή εμπειρία», αναφέρει η Obrist, που έλαβε επιχορήγηση από το ΕΣΕ και είναι επικεφαλής του εργαστηρίου αλληλεπίδρασης υπολογιστή-ανθρώπου «Sussex Computer Human Interaction Lab (SCHI)» στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ. «Πρέπει να είναι όμως κάτι πιο ουσιαστικό. Πρέπει να σκεφτούμε την εισαγωγή της όσφρησης, της αφής και της γεύσης στην αφήγηση από την αρχή της διαδικασίας».

Οι μεγάλες προκλήσεις περιλαμβάνουν την κατανόηση του πώς χαρτογραφείται η μυρωδιά στις εμπειρίες, ποιες γεύσεις προκαλούν τι συναισθήματα και πώς η αφή επηρεάζει την εμπειρία μας. Και για καθεμία από αυτές τις αισθήσεις, τι επίπεδο έντασης απαιτείται για να προκληθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα.

«Μόλις αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τις χημικές αισθήσεις, αλλά έχει σημειωθεί μεγάλη πρόοδος τα τελευταία 10 χρόνια», εξηγεί η Obrist. «Μπορούμε να μάθουμε πολλά από το πώς χαρακτήριζαν οι επιστήμονες το χρώμα τον 20ό αιώνα. Καθώς αναπτύσσονταν μαθηματικά μοντέλα για να την περιγραφή των λεπτών χαρακτηριστικών και των αντιθέσεων του χρώματος, οι κινηματογραφιστές τα εφάρμοζαν για να δημιουργήσουν δυνατά οπτικά εφέ».

Αν μπορούν να κάνουν το ίδιο με την αφή, την όσφρηση και τη γεύση, οι σχεδιαστές θα είχαν εργαλεία για να τους βοηθήσουν να επιλέξουν το τέλειο άρωμα για τη διάθεση που θέλουν να δημιουργήσουν –ακριβώς όπως το Photoshop επιτρέπει στους γραφίστες να έχουν πρόσβαση σε όλη την παλέτα χρωμάτων όταν δημιουργούν σκηνικά ταινιών ή διαφημιστικές αφίσες.

 

Πόση αφή;

 Οι διαδραστικές τεχνολογίες έχουν ήδη ξεπεράσει τον ήχο και την εικόνα, καθώς οι αισθητήρες έχουν γίνει πιο οικονομικοί και πιο ευαίσθητοι. Για παράδειγμα, το smartphone σας έχει οθόνη αφής και σας ειδοποιεί με δονήσεις. Αλλά αυτό είναι μόνο η αρχή. Το πρόγραμμα SenseX της Obrist είναι μέρος μιας παγκόσμιας προσπάθειας απελευθέρωσης του πλήρους δυναμικού της αλληλεπίδρασης ανθρώπου-υπολογιστή, ιδιαίτερα όσον αφορά τις απτικές τεχνολογίες που διαχειρίζονται την αίσθηση της αφής. Για παράδειγμα, αναφέρει, «όσον αφορά την αφή, θέλουμε να ξέρουμε ποιο σημείο του χεριού να διεγείρουμε και με τι ένταση».

Η ομάδα του Πανεπιστημίου του Σάσεξ έχει ήδη αποδείξει ότι ο τρόπος με τον οποίο αγγίζουμε μπορεί να προκαλέσει συναισθηματικές αντιδράσεις: ένα απαλό άγγιγμα στην άκρη του χεριού μπορεί να προκαλέσει ένα αρνητικό συναίσθημα, ενώ ένα άγγιγμα γύρω από το δείκτη είναι θετικό.

Αυτή τη στιγμή συνεργάζονται με μια τοπική start-up του Μπράιτον, την ultrahaptics η οποία χρησιμοποιεί υπερήχους για να προβάλει αισθήσεις πάνω στο χέρι. Μια σειρά μικροί πομποί υπερήχων ελεγχόμενοι από υπολογιστή δημιουργούν αυτό που ονομάζουν δύναμη ακουστικής ακτινοβολίας – ανάλογη με την αίσθηση που έχει κανείς αν τοποθετήσει το χέρι του μπροστά από ένα δυνατό ηχείο. Μόνο τώρα ο ήχος ελέγχεται τόσο προσεκτικά που μπορεί να δημιουργεί την αίσθηση ότι πιάνεις ένα πραγματικό αντικείμενο (η εταιρεία υποστηρίζει ότι είναι ασφαλές επειδή μόνο ένα μικροσκοπικό τμήμα της ενέργειας διαπερνά την επιφάνεια του χεριού σας). Αυτό το έργο προετοιμάζει το έδαφος για τεχνολογίες για καταναλωτές με αόρατα κουμπιά και πλήκτρα που δίνουν την αίσθηση του «πραγματικού» –και αντιδρούν στη χρήση.

«Η απτική τεχνολογία που αξιοποιεί τον αέρα πάνω από την επιφάνεια των αντικειμένων είναι πολύ σημαντική» κατά την Obrist. «Στην πραγματικότητα αναπτύχθηκε μόλις πριν από λίγα χρόνια και πρόκειται να εισέλθει στην αγορά των καταναλωτών πολύ σύντομα». 

Ενώ οι ακαδημαϊκοί εξακολουθούν να ασχολούνται με την καλύτερη κατανόηση των απτικών ερεθισμάτων και με το πώς θα βελτιστοποιήσουν αυτές τις τεχνολογίες, η Ultrahaptics συνεργάζεται με μεγάλες εταιρείες ηλεκτρονικών ειδών και αυτοκινητοβιομηχανίες για να ανακαλύψει πώς να ενσωματώσει την τεχνολογία σε κουζίνες και αυτοκίνητα. 

«Το PlayStation και το Xbox έχουν ήδη συνενώσει εικόνα, ήχο και αφή –μέσω δονήσεων– αλλά η τεχνολογία υπερήχων μας επιτρέπει τη φυσική αλληλεπίδραση με εικονικά αντικείμενα», εξηγεί ο Anders Hakfelt, αντιπρόεδρος της Ultrahaptics. «Πιστεύω ότι σε λίγα χρόνια τα ακουστικά εικονικής πραγματικότητας θα γίνουν συνηθισμένο πρόσθετο στις κονσόλες παιχνιδιών, ίσως και στις τηλεοράσεις, καθώς γίνονται φτηνότερα και καλύτερα. Θα ακολουθήσει μια κρίσιμη φάση, που πιθανώς θα πυροδοτηθεί από ένα προϊόν που θα εξάψει πραγματικά τη φαντασία του κοινού».

Άλλες εφαρμογές περιλαμβάνουν χειρουργεία, όπου οι χειρουργοί θα μπορούσαν να αλληλεπιδρούν με τεχνολογίες και συσκευές χωρίς να τις αγγίζουν –μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο μετάδοσης λοίμωξης. Και οι μεγάλοι προσομοιωτές πτήσης για την εκπαίδευση πιλότων θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε φορητά ακουστικά εικονικής πραγματικότητας με μια απτική συσκευή υπερήχων που θα δημιουργεί την αίσθηση ότι είναι πραγματική.

Αίσθηση κατεύθυνσης

Η ομάδα της Obrist ασχολείται επίσης με την αυτοκινητοβιομηχανία –πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί η μυρωδιά για τη μεταφορά πληροφοριών χωρίς να χρειάζεται οι οδηγοί να στρέψουν το βλέμμα τους εκτός δρόμου. Το σκεπτικό: «τα αυτοκίνητά μας είναι ήδη γεμάτα φώτα και ήχους», αναφέρει. «Το οσφρητικό σύστημα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να στέλνει μηνύματα στον οδηγό να έχει το νου του για ενδιαφέροντα αξιοθέατα».

Υπάρχουν ακόμα πολλές προκλήσεις. Η μυρωδιά είναι ένα αργό μέσο διαβίβασης μηνυμάτων και δεν είναι κατάλληλη για σύστημα προειδοποίησης. Σε τεστ που πραγματοποιήθηκαν, οι άνθρωποι τείνουν να συνηθίζουν γρήγορα τις οσμές –μια διαδικασία γνωστή και ως εξοικείωση– κάτι που αποδυναμώνει το αποτέλεσμά τους. Υπάρχει άλλωστε και το πρακτικό πρόβλημα της απομάκρυνσης μιας οσμής για να μπορούν να σταλούν νέα μηνύματα με άλλο άρωμα.

Και ύστερα είναι ο ρομαντισμός. Η διατήρηση σχέσεων εξ αποστάσεως σπάνια είναι εύκολη υπόθεση, αλλά το Skype βοηθάει. Προσθέστε τώρα τη χαρακτηριστική μυρωδιά ενός αγαπημένου προσώπου και μια εικονική αίσθηση αφής και η εμπειρία γίνεται ολοένα και πιο ρεαλιστική. «Αν μπορέσουμε να προσθέσουμε την οσμή και το απτό ερέθισμα θα βελτιωνόταν απίστευτα η σωματική και συναισθηματική εμπειρία της ηλεκτρονικής επικοινωνίας», αναφέρει η Obrist. Το θέμα είναι: μπορούμε να το διαχειριστούμε; 

Τι θα συνέβαινε αν είχαμε ακόμα ένα χέρι;

Οι επιστήμονες θέλουν να μάθουν πώς χαρτογραφεί ο εγκέφαλος ένα χέρι –ή τρία

«Δυο χέρια έχω μόνο!» Είναι η δήλωση απελπισίας των πολυάσχολων ανθρώπων. Τι θα συνέβαινε όμως αν είχαμε τέσσερα; Θα μπορούσε ο εγκέφαλός μας να ανταπεξέλθει;

Αυτό δεν είναι επιστημονική φαντασία: ερευνητές στο MIT και τη Boeing έχουν γίνει είδηση με το έργο τους, την προσθήκη επιπλέον χεριών στους μηχανικούς τους. Τα πληρώματα συντήρησης αεροπλάνων πραγματοποιούν ορισμένες φορές επισκευές σε περιορισμένους χώρους όπου μπορεί να χρειάζονται δύο χέρια για να κρατήσουν κάτι στη θέση του, ενώ χρειάζονται άλλα δύο χέρια για να βιδώσουν μια βίδα ή να αντικαταστήσουν μια ασφάλεια. Αντί για τη χρήση δύο μηχανικών που θα συνεργαστούν –κάτι που ενέχει προκλήσεις επικοινωνίας και πρόσβασης– δεν θα ήταν πιο εύκολο να χρησιμοποιηθεί ένα άτομο με τέσσερα χέρια; Ο μηχανικός θα μπορούσε να ελέγχει τα επιπλέον χέρια με την κίνηση ενός μυ.

 

Μπορεί όμως αυτό να έχει αποτέλεσμα; Η απάντηση εξαρτάται από το πώς είναι οργανωμένος ο εγκέφαλος. Η «ενσωμάτωση» –όταν ο εγκέφαλος έχει μια αίσθηση ιδιοκτησίας και ελέγχου πάνω σε ένα εξωτερικό αντικείμενο– έχει καίριο ρόλο στην ενσωμάτωση ενός νέου μέλους στο σώμα. Αντίθετα από ό,τι πιστεύεται γενικά, ακόμα και οι επαγγελματίες τενίστες ή δεξιοτέχνες γλύπτες δεν αισθάνονται πραγματικά ότι τα εργαλεία τους είναι επέκταση του εαυτού τους. Από την άλλη πλευρά, ορισμένοι άνθρωποι με τεχνητά μέλη απορρίπτουν τα προσθετικά μέλη αν συνεχίσουν να τα αισθάνονται ξένα και παράξενα. 

Η νευροεπιστήμονας Tamar Makin μελετά άτομα με ακρωτηριασμένα μέλη και άτομα που γεννήθηκαν με ένα χέρι για να κατανοήσει τον τρόπο οργάνωσης του εγκεφάλου –και πώς θα μπορούσε να ενσωματώσει πρόσθετα μέλη. Η Makin είναι επικεφαλής ενός προγράμματος που χρηματοδοτείται από το ΕΣΕ και το οποίο μελετά πώς αλληλεπιδρούν οι άνθρωποι με τη φορέσιμη τεχνολογία. Η ομάδα της στο Πανεπιστήμιο UCL ανακάλυψε ότι στους ανθρώπους που γεννιούνται με ένα χέρι, η περιοχή του εγκεφάλου που υπό κανονικές συνθήκες θα έλεγχε το χέρι που λείπει ενεργοποιείται όταν άλλα μέρη του σώματος –συμπεριλαμβανομένων του χεριού, του ποδιού και του στόματος– εκτελούν εργασίες που θα έκανε το χέρι υπό κανονικές συνθήκες.

Για παράδειγμα, κατά το δέσιμο των κορδονιών ή το άνοιγμα ενός μπουκαλιού, κάποιος που γεννήθηκε με ένα χέρι μπορεί να χρησιμοποιήσει ένα χέρι και το στόμα του. Ωστόσο, οι περιοχές του «χεριού» στον εγκέφαλο έχουν τον έλεγχο. Τα ευρήματα υποδεικνύουν περισσότερη ευελιξία στον εγκέφαλο από ό,τι πιστεύαμε στο παρελθόν. Επίσης αυξάνουν την πιθανότητα να μπορεί ο εγκέφαλος να προσαρμόζεται σε νέες εργασίες, όπως στον έλεγχο επιπλέον χεριών, αν θεωρηθεί ότι είναι μέρος του σώματος που βοηθά με το πιάσιμο, το κράτημα, το φαγητό και ούτω καθεξής. «Αν αυτή η περιοχή του εγκεφάλου μπορεί να αντιδράσει στα πόδια ή το στόμα, ίσως να μπορεί να προσαρμοστεί και σε ένα προσθετικό μέλος», αναφέρει η Makin. 

Χαμένα μέλη

Οι άνθρωποι που γεννιούνται με ένα χέρι αναπτύσσουν τις δικές τους λύσεις για καθημερινές εργασίες όπως το φαγητό και το ντύσιμο σε πρώιμη ηλικία, κατά την οποία ξέρουμε ότι ο εγκέφαλος είναι υπερευέλικτος. Τα άτομα που έχασαν ξαφνικά ένα μέλος και έπειτα προσπαθούν να προσαρμοστούν σε ένα τεχνητό υποκατάστατο μπορεί να αποτελούν ένα ακόμα καλύτερο πρότυπο προς μελέτη. Ωστόσο, τα αποτελέσματα μέχρι τώρα είναι ανάμικτα. 

Η τεχνολογία της προσθετικής εξελίσσεται ολοένα και περισσότερο, αλλά οι χρήστες δεν επιλέγουν πάντα την πιο εξελιγμένη τεχνολογικά διαθέσιμη επιλογή. Μόνο το 45% του συνόλου των ατόμων με ακρωτηριασμένο χέρι επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν το πρόσθετο μέλος τους στη διάρκεια της ημέρας. Από αυτά τα άτομα, πολλοί προτιμούν απλούστερες, λιγότερο εξελιγμένες τεχνολογικά συσκευές, όπως συσκευές συγκράτησης που μοιάζουν με γάντζους. Μόλις το 20% αξιοποιούν τα πιο προηγμένα τεχνολογικά ρομποτικά χέρια, ενώ παραπονιούνται ότι είναι περίεργα στον έλεγχό τους, ότι απαιτούν περίπλοκη εκπαίδευση και δεν δίνουν «ανατροφοδότηση».

Η Makin πιστεύει ότι η απάντηση δεν είναι απαραίτητα καλύτερη ρομποτική ή τεχνητή νοημοσύνη. Μάλλον πρέπει να «κατανοήσουμε πώς αναπαριστά ο εγκέφαλος τα τεχνητά μέλη του σώματος». Ελπίζει ότι θα προκύψει ένα διαγνωστικό τεστ που θα επιτρέψει στις ομάδες αποκατάστασης να προτείνουν προσθετικά μέλη βάσει της ικανότητας του ασθενούς να ενσωματώσει φορέσιμη τεχνολογία. «Αν έχανες το χέρι σου και επισκεπτόσουν έναν ειδικό της προσθετικής, θα μπορούσε να σου πει τι είναι καλύτερο για σένα, ένας λειτουργικός γάντζος ή ένα ρομποτικό χέρι που ελέγχεται από το μυ», αναφέρει.

Τρίτα χέρια

Πέρα από την αποκατάσταση, ένα τέτοιο τεστ θα μπορούσε να βοηθήσει τις εταιρείες να καταλάβουν ποιοι μηχανικοί είναι οι πιο κατάλληλοι για να ενσωματώσουν επιπλέον χέρια. Οι μηχανικοί με τους πιο ευέλικτους εγκεφάλους θα μπορούσαν να γίνουν πιο πολύτιμοι στους εργοδότες τους.

Αλλά αυτό θα συνεπάγεται και κόστος. «Υπάρχουν κάποια τρομακτικά σενάρια σύμφωνα με τα οποία οι αλλαγές στον εγκέφαλο μπορεί να είναι επιβλαβείς», σημειώνει η Makin. «Η προσθήκη νέων μελών, μπορεί να μπερδέψει την αναπαράσταση του υπόλοιπου σώματος στον εγκέφαλο». Οι άνθρωποι μπορεί να γίνουν πιο αδέξιοι: «αν δουλεύεις με τέσσερα χέρια επί οκτώ ώρες και έπειτα τα αφαιρέσεις, κουράζεσαι πιο πολύ από ό,τι σε μια κανονική δουλειά; Μπορείς να οδηγήσεις με ασφάλεια προς το σπίτι;

Είναι Τώρα η ώρα: ξέρεις πού είναι το μυαλό σου;

Οι ερευνητές μελετούν το πώς αισθανόμαστε τον χρόνο –και δημιουργούμε τη δική μας αίσθηση του «τώρα»

Μία από τις πιο σύνθετες και μυστήριες δουλειές που κάνει ο εγκέφαλός μας είναι να δημιουργεί μια αίσθηση του χρόνου και του χώρου. Είναι πολύ σημαντικό και αυτό. Πρέπει να ξέρουμε πού είμαστε στον κόσμο –και να έχουμε μια αίσθηση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος– για να επιβιώσουμε. Οι κυνηγοί-συλλέκτες έπρεπε να βρουν τροφή και να αποφύγουν τα αρπακτικά, ενώ εμείς πρέπει να πάμε στη δουλειά στην ώρα μας, να αθλούμαστε και να διαβάζουμε άρθρα σαν αυτό εδώ.

Οι φιλόσοφοι έχουν από καιρό στοχαστεί τη σημασία του «τώρα»: την αίσθηση του τι συμβαίνει την παρούσα στιγμή στο χρόνο. Η ιδέα ότι απλά βλέπουμε τον κόσμο να ξετυλίγεται με σταθερή ταχύτητα δεν έχει πλέον βάση, καθώς η επιστήμη άρχισε να αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα της αντίληψης.

 

Αποδείχτηκε ότι λαμβάνουμε διαρκώς δείγματα του κόσμου με σύντομες «εκρήξεις», χρησιμοποιώντας τα μάτια μας, τα αυτιά και την κίνηση για να συλλέξουμε πληροφορίες για τον κόσμο γύρω μας. Ο εγκέφαλος μας έπειτα συναρμολογεί γρήγορα όλες αυτές τις πληροφορίες για να δημιουργήσει μια ομαλή αίσθηση του χρόνου. «Ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί αυτά τα διαφορετικά παράθυρα στο χρόνο και τα συστήματα συντεταγμένων για το χώρο, για να δώσει μια συνεκτική, και συνεχή αντίληψη του περιβάλλοντός μας, χωρίς ελαττώματα», αναφέρει ο David Melcher του Πανεπιστημίου του Τρέντο στην Ιταλία.

Δοκιμές με τη διάρκεια

Ο Melcher είναι επικεφαλής ενός προγράμματος που χρηματοδοτείται από το ΕΣΕ το οποίο έχει χρησιμοποιήσει σύγχρονα εργαλεία της νευροεπιστήμης για να μελετήσει πόσο διαρκούν αυτά τα «παράθυρα». Η απάντηση: 2 με 3 δευτερόλεπτα.

Οι ερευνητές έδειξαν σε κάποιους ανθρώπους ταινίες μικρού μήκους οι οποίες είχαν κοπεί σε μικρά κλιπ που διαρκούσαν από λίγα κλάσματα δευτερολέπτου έως αρκετά δευτερόλεπτα. Έπειτα, ανακάτεψαν τυχαία τα κλιπ, τα έδειξαν στους εθελοντές τους και τους ρώτησαν αν μπορούσαν να ακολουθήσουν την ιστορία. Αν τα αποσπάσματα ήταν μικρότερα των 2,5 δευτερολέπτων, οι εθελοντές δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν την ιστορία, ενώ αν ήταν μεγαλύτερα από αυτό το χρόνο, τα υποκείμενα μπορούσαν να σχηματίσουν τη σωστή σειρά.

Αυτό υποδεικνύει ότι ο εγκέφαλός μας μπορεί να ενώσει τα κομμάτια του παζλ των συμβάντων, υπό την προϋπόθεση ότι τα κομμάτια αυτά είναι αρκετά μεγάλα. Ο Melcher θεωρεί ότι αυτή είναι η εικόνα του πώς λειτουργεί ο εγκέφαλός μας: παίρνουμε κομμάτια χρόνου διάρκειας 2 ή 3 δευτερολέπτων, επεξεργαζόμαστε αυτές τις πληροφορίες και επιστρέφουμε για περισσότερες –δηλαδή όπως λειτουργεί η ηλεκτρονική επικοινωνία.

«Αν μιλάς στο Skype ή στο κινητό, φαίνεται ότι είναι μια συνεχής ροή ήχου ή εικόνας», εξηγεί. «Στην πραγματικότητα, το σύστημα εκμεταλλεύεται ένα συγκεκριμένο ρυθμό ανανέωσης στον εγκέφαλο. Δεν αντιλαμβανόμαστε ότι ο ήχος λαμβάνεται σε δείγματα με συγκεκριμένο ρυθμό, συγκεντρώνεται και αποστέλλεται σε μικρές δέσμες».

Καλέστε στο Skype κάποιον που βλέπει τηλεόραση και θα δείτε τι συμβαίνει όταν η δειγματοληψία δεν είναι συγχρονισμένη. Ή δείτε τι συμβαίνει όταν η ταχύτητα του κλείστρου μιας βιντεοκάμερας ταυτίζεται ακριβώς με την περιστροφή των πτερυγίων ενός ελικοπτέρου.

«Ο εγκέφαλός μας χρειάζεται χρόνο για να επεξεργαστεί πληροφορίες σε μια τρισδιάστατη εκδοχή του περιβάλλοντός μας», αναφέρει ο Melcher. «Τις περισσότερες φορές δεν παρατηρούμε ότι δεν είναι συνεχής. Αλλά αν δείτε μια τηλεόραση στο φόντο μιας ζωντανής εκπομπής, θα δείτε τις «ρωγμές» στο σύστημα. Αυτό είναι γνωστό ως οδόντωση».

Γρήγορη και αργή αίσθηση

Αυτή η προσέγγιση «δειγματοληψίας» 2 με 3 δευτερολέπτων είναι ατελής, αλλά προέκυψε από έναν μεγάλο εξελικτικό συμβιβασμό ανάμεσα στην ανάγκη να πραγματοποιηθεί πολύ γρήγορη και πολύ αργή δειγματοληψία. Μια διαρκώς υψηλή ή χαμηλή ταχύτητα δειγματοληψίας έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Ας σκεφτούμε την ανάγκη επιβίωσης από την απειλή επικίνδυνων φιδιών: αν οι αισθήσεις μας ήταν πάντα υπερβολικά ευαίσθητες, θα ταλαιπωρούμασταν από λάθος συναγερμούς, ενώ αν τα αντανακλαστικά μας ήταν πολύ αργά, οι άνθρωποι δεν θα ήμαστε παρά μια υποσημείωση στη βιολογική ιστορία.

Παρόλα αυτά, ένα κομμάτι του έργου του Melcher υποδεικνύει ότι ο εγκέφαλός μας λειτουργεί ταυτόχρονα με δύο χρονικές κλίμακες δειγματοληψίας. «Είναι συμβιβασμός», εξηγεί ο Melcher. «Δεν μπορούμε να έχουμε ένα τέλεια γρήγορο ή τέλεια αργό σύστημα. Μπορεί να μπορούμε και τα δύο, ανάλογα με την προκείμενη εργασία».

Ίσως το πιο απρόσμενο εύρημα αυτού του έργου είναι ο τρόπος με τον οποίο η δειγματοληψία μπορεί να ποικίλλει από άτομο σε άτομο. Ορισμένοι άνθρωποι είναι γενικά λίγο ταχύτεροι από το μέσο όρο, ενώ άλλοι είναι λίγο βραδύτεροι.

«Μπορούμε να δείξουμε ορισμένα ερεθίσματα που εσείς θα ερμηνεύατε με έναν τρόπο, ενώ άλλοι θα ερμήνευαν διαφορετικά», αναφέρει. «Θεωρητικά, ένα βίντεο θα ήταν ιδανικό για εσάς, αλλά όχι για κάποιον που σας παρακολουθεί». 

Αυτό έχει μεγάλες επιπτώσεις στα μέσα και την ψυχαγωγία, γι’ αυτό οι εταιρείες Apple και Facebook έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον γι’ αυτό το πεδίο. Στο μέλλον, τα smartphone μας και τα βίντεο που παρακολουθούμε στο διαδίκτυο θα μπορούσαν να εξατομικευτούν ώστε να αντιστοιχούν στην ταχύτητα δειγματοληψίας που μας βολεύει. Μπορεί επίσης να έχει κλινική εφαρμογή αν οι ταινίες μπορούσαν να προσαρμοστούν σε άτομα με διαταραχές στο φάσμα του αυτισμού όπου η αισθητηριακή επεξεργασία μπορεί να είναι μια σημαντική πρόκληση.

Επίσης, υπάρχουν εμπορικές εφαρμογές. Καθώς κάποιοι άνθρωποι είναι ελαφρώς ταχύτεροι από άλλους στην επεξεργασία αισθητηριακών πληροφοριών, θα άξιζε να ξέρει κανείς ποιοι είναι οι καλύτεροι. Οι εταιρείες που θέλουν να προσλαμβάνουν πιλότους ή να ανακαλύπτουν εξαιρετικούς οδηγούς αγωνιστικών οχημάτων σίγουρα θα προσέθεταν αυτό το κριτήριο στη σειρά τεστ που θα έδιναν στους υποψηφίους τους κατά τη διαδικασία επιλογής.

Όσο οι επιστήμονες κατανοούν καλύτερα πώς ο εγκέφαλός μας λαμβάνει δείγματα από το περιβάλλον μας, οι τύποι που θέλουν να βελτιώνονται θα θέλουν να εκπαιδεύσουν τους εαυτούς τους να επιταχύνουν το ρυθμό δειγματοληψίας τους. Αν όμως προτιμάτε να χαλαρώσετε αντί να επιταχύνετε, ο συγχρονισμός του εγκεφάλου σας με το μέτρημα ενός μετρονόμου μπορεί να σας ηρεμεί. Βέβαια αυτό δεν είναι καινούριο: «Οι άνθρωποι το κάνουν ήδη αυτό όταν βάζουν χαλαρωτική μουσική και ένα ποτήρι κρασί», σημειώνει ο Melcher.

Διαβάστε το αρχικό άρθρο στα αγγλικά εδώ